\\               ΤΙΜΕ ΙΝ ΑΤΗΕΝS            
 




GREEKS 
IN AUSTRALIA

Explore the Map above





 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα μυστικά της γης μου... της Έρμας Βασιλείου

 

Γίνανε όλα μ’ ευκολία. Μου δόθηκαν οι τίτλοι του σπιτιού την ίδια μέρα. Ήμουν η μόνη κληρονόμος του αρχοντικού μας, στη Βάσα Κοιλανίου της επαρχίας Λεμεσού, του σπιτιού της γιαγιάς μου. Είχε κληρονομήσει το μισό σπίτι η θεία μου, η μεγαλύτερη αδελφή της μάνας μου, που έγινε καλόγρια στον Άγιο Γιώργη του Αλαμάνου. Το άλλο μισό ήταν της μάνας μου που βιάστηκε να μας φύγει. Η θεία μου παραχώρησε το μερίδιο της σε μένα, τη μόνη συγγενή που της έμεινε. Το αρχοντόσπιτο, όπως το ξέραν στο χωριό, είναι κομμάτι από την παλιά αρχοντιά της οικογένειας. Κι εγώ με τη σειρά μου, θα το αφήσω κληρονομιά στην μονάκριβη κόρη μου.

Βρίσκομαι, έξω από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, κάτω από μια γέρικη ελιά. Κανονικά έπρεπε στη Λεμεσό να είχα καταλήξει για μια υπόθεση της Βάσας, αλλά ας είναι κι έτσι...θα έβλεπα την αγαπημένη πόλη μου...τη Χώρα!

Περιμένω το λεωφορείο της γραμμής να με πάρει Λεμεσό. Από το μικρό αυστραλέζικο χωριό όπου τα ζω τα τελευταία τριάντα χρόνια, κοντά στο Alice Springs, απέχω παρασάγγες και μέρες αγρύπνιας... Πήρα την ευκαιρία τώρα με τις διακοπές της άνοιξης στο Νότο, Σεπτέμβρη μήνα, για τα σχετικά της κληρονομιάς που μόλις διευθέτησα. Δεν μου αρέσουν τα σύντομα ταξίδια. Εδώ όμως που κανέναν σχεδόν δεν αναγνωρίζω, όλους γνωρίζω για δικούς. Είμαι στην Κύπρο μου!

Η γιαγιά μου, τσεβδή και αργή στα λόγια, μας έδινε πάντα μια ευχή: «Να προσέχετε το κατώφλι, μπορεί να σας πλουτίσει» και θύμιζε με γέλιο ανεξήγητο, με πνιγμένο μυστήριο πως έπρεπε να δούμε «την ουρά του σγατιλιού και την ασέα».Δεν μπορούσε να προφέρει το ρω η γιαγιά. Μεγάλωσα στην αγάπη των λέξεων για να μάθω τι είναι το σγατίλι. Επιστήμονας της γλώσσας δεν είμαι! Άσημη δασκαλίτσα Αγγλικών στο Κόκκινο Κέντρο της Αυστραλίας είμαι. Της διασποράς και του μακρινού σιρόκου. Πιστεύω όμως πως η λέξη σγαρτίλι είναι από το γαλλικό gadrille, καρδερίνα. Και οι ήχοι στη λέξη αλλά και οι έννοιες αυτό δείχνουν, ένα μικρό πουλί με κόκκινο στήθος. Όσο για την «ασέα», δεν έμαθα μέχρι σήμερα τι είναι. «Να ψάξεις στην ασέα», έλεγε, σαν να είχε ακούσει την ξεκρέμαστη αυτή λέξη από άλλους. Φαινόταν πως δεν γνώριζε καν τα μαγικά νοήματα που έκρυβε. Νομίζαμε πως άρχισε να χάνει τα λογικά της η γιαγιά! Και χωρατεύαμε η μια την άλλη. «Μην ξεχάσετε την ασέα», λέγαμε, η μητέρα μου κι εγώ, με τον ίδιο υπνωτικό τρόπο που το έλεγε η γιαγιά η Ανέττα. Και κρατούσαμε, στην άγνοιά μας μέσα, ένα μεγάλο μυστικό. Το μυστικό κοιμάται όταν το ξυπνάς, θεριεύει όταν το θυμάσαι. Το μυστικό δεν έχει πόδια να περπατήσει ούτε χέρια να δοθεί ή να δώσει. Αλλά έχει αυτί που άκουσε και στόμα να σιωπήσει. Έχει μάτια να δει!

Καλά λόγια, είχε πάντα η γιαγιά, όπως αυτά που στριμώχνονται στα χείλη κι έχουμε να περιγράψουμε όλοι, μα ίσως όχι καλύτερα απ’ αυτήν. Ήταν όμορφα λόγια, μασημένα κι ανόμοια, όπως ο πλίνθινος τοίχος στα παλιά σπίτια, όπως το άνισο επίπεδο στο δρόμο του χωριού, μα ήταν παιδεμένα. Τι εννοούσαν οι παράξενες λέξεις που έλεγε, δεν ερωτήσαμε.

Αυτός εδώ είναι ο τόπος που γεννήθηκα. Κι αφότου έχασα τον σύντροφό μου, σκέφτομαι να επιστρέψω στο κατώφλι, που έλεγε η γιαγιά η Ανέττα, σκέφτομαι την επιστροφή. «Όλα μας τα δίνει η Κύπρος», έλεγε. Μα εμείς τι μπορούμε να της δώσουμε εκτός από αγάπη; Θα μου λείψει ο καθαρός ουρανός του Σέντερ, αν επιστρέψω στο νησί. Και η λιτανεία της ηρεμίας του νου και η αυτοκρατορική νηφαλιότητα που αποκτάς στη μοναξιά της απομόνωσης. Όλα αυτά θα μου λείψουν και θα γίνονται με τα χρόνια πλήθος φωνών που θ’ αναζητούν δικαιοσύνη, εκεί όπου συνήθισε να ζει η σκέψη και να την εξασκεί.

 Ήθελε να με δει και ο διευθυντής των Δημοσίων Έργων στη Λεμεσό, μου είπαν, και πως θα έπρεπε να τον δω πριν επιστρέψω στους Αντίποδες. Μου το είπαν καθαρά πως η Κυβέρνηση αναγκάστηκε να πάρει ένα κομμάτι από το κεφαλόσκαλο του σπιτιού, γιατί ήταν ανάγκη να γίνει μια πλατεία στο κέντρο της Βάσας. Στα σχέδια της Κυβέρνησης είχε πέσει και το σπίτι μας.

 

 Η γιαγιά μου η Ανέττα! Γαλλικό όνομα για το Αννούλα. Τους είχαμε τους Γάλλους σπίτι μας, τρεις αιώνες! Και βάλε! Τους είχαμε για πολύ, όπως και τόσους άλλους, Βενετσιάνους, Γενουάτες, Τούρκους,  Εγγλέζους και πάει λέγοντας. «Έι!» θα  είπαν κάποτε οι Τούρκοι. «Εμείς δεν έχουμε δόντια; Μόνο εσείς οι άλλοι έχετε; Εσείς, δηλαδή, από μακριά λιμπίζεστε το θήραμα κι εμείς, μια δρασκελιά από πάνω του δεν τρέχουνε τα σάλια μας;» Άλλο αν αυτή η μικρή ελιά στο πιάτο της Μεσόγειου που ούτε τα δόντια του θηρίου δεν προφταίνει να βρέξει είναι αδύνατο να τους χορτάσει όλους. Μικρή, η μικρούλα η Κύπρος! Και χραπς, στο στόμα του καθενός. Xραπς, και όλα όσα φτιάχνουμε φτου απ’ αρχής και ξάναρχης. Και δεν είναι πια ερώτηση το «γιατί εμάς». Ξέρουμε την απάντηση, την πετούν χρόνια τώρα όσοι ανενόχλητα περνούν από την αυλή μας και κάθονται εκεί μέχρι να μας ξεσπιτώσουν. Κι έχουμε μια γλυκιά εκδίκηση για όποιο μας αρπάζει. Μιαν άκακη κεντιά στο νου, μια παραζάλη, σαν το κυπριακό κρασί που σε μεθά κι ερωτεύεσαι Δεν φεύγει κανένας από τον τόπο μας χωρίς να μας αγαπήσει... Κι έγινε το στοιχείο μας στοιχειό για την Τουρκιά, και τρέμει να φέρει το αίμα της κοντά στο δικό μας μήπως κι αλλάξει και ποτιστεί με αγάπη για τον τόπο και πάψει πια να τον ρημάζει. Και όλοι οι άρπαγες γίνονται μεμιάς λάτρεις του τόπου γιατί δίνουμε χωρίς να πρέπει να πάρουν, δίνουμε όσα μπορούμε από το μερτικό του πιάτου μας. Και δεν αφήσαμε κανέναν χωρίς να του γεμίσουμε λίγο από το μοιράσι μας, το πνεύμα του νησιού. Κι όσοι με βία μας πήραν δεν μπόρεσαν να πάρουν τα ξενία μας. Είναι κρυμμένα καλά. Στα σωθικά της γης. Και τίποτε δεν είναι η επιφάνεια. Τα έγκατα της γης μιλάνε. Όσα μένουν απάνου είναι, τα περισσότερα, πειρατικά των περαστικών.

 

Άργησε λίγο μα ήρθε το ταξί. Ο αέρας είναι ελαφρύς στη Λευκωσία, έχει μια καλοσύνη άλλη. Εξιδανικεύει το κάθε τι! Μέτρα πιο πέρα, οι κόκκινες σημαίες παρελαύνουν στα παλιά χτίρια της χωρισμένης πόλης. Κι ο αέρας συνεχίζει να είναι γλυκός για όλους και δεν αφήνει να πωρωθεί με ανούσιες σκέψεις ο νους. Πονάς, γιατρεύεσαι μαζί. Σαν πέπλο εύφορο οι μυρωδιές από τα σπίτια γύρω και τα γνωστά των κυττάρων καταφύγια που έχουν κατάστηθα την Πράσινη Γραμμή. Ο διαμελισμός είναι πραγματικός και δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλο νοερό διαμελισμό. Εγώ εδώ, να κληρονομώ, κι εκεί πίσω, στο Κόκκινο Κέντρο της μοναχικής Ηπείρου, της Αυστραλίας, ένα μικρό σχολείο όπου διδάσκω στους μικρούς Αβορίγινες Αγγλικά με περιμένει μ’ ένα καλό μισθό. Κι όμως το καθήκον αυτό με γεμίζει ζωή και δύναμη. Μέχρι να μάθεις το δασκαλίκι και να μεταδώσεις όσα ξέρεις, περνάει η ζωή σου. Κι έρχεσαι μια μέρα πίσω και ψάχνεις να δεις τα πρόσωπα που γνώρισες παλιά, και μέσα από το πλήθος δεν βλέπεις γωνιά ματιού που δεν σε ξέρει. Και η ζωή σου φωνάζει πως είσαι ο ένας από τους πέντε στους εκατό που διάλεξε να σώσει την Κύπρο και τα σπλάχνα της, να παραδώσει όσα βρήκε χωρίς ν’ αφαιρέσει ούτε ένα κόκκο από τη γη της. Να διδάξει χωρίς να πληρωθεί. Να μη διαμελίσει. Κι αυτή η κληρονομική πληρωμή μπορώ να πω πως γεμίζει ιδιαίτερη χαρά, γιατί είναι πληρωμή του δίκιου γης. Ω παμμακάριστη Κύπρος!  Πανσέβαστη! Αυτό το πέντε στα εκατό, είτε της φαντασίας μου κι αν παραδέχομαι πως είναι και του ανήκω, είτε της ελεεινά περήφανης στυγνής πραγματικότητάς μου, είναι καλό να το φυλάξω, για να με σώσει από την αδιαφορία της μάζας. Αν καθένας το πίστευε δεν θα είχαμε ανάγκη να ζητάμε βοήθεια από τα μεγάλα ποσοστά που αποξενώνονται από την ηθική υποχρέωση να σώσουν μια πατρίδα.

Από τη στριμωγμένη θέση μου στο πίσω κάθισμα βλέπω, σαν βγαίνουμε στον κύριο δρόμο, την οροσειρά του Πενταδάκτυλου. Οι Τούρκοι έβαλαν ένα μεγάλο τατουάζ, μια πελώρια σημαία σκαλιστή στην πλαγιά της οροσειράς, που θα πήρε καιρό να τη φτιάξουν σφηνωμένη έτσι που είναι στη σάρκα της γης. Με τη δύναμη των όπλων κάνατε δικό σας ό,τι λαχταρήσετε. Μα ό,τι είναι δικό και ό,τι δεν είναι το ξέρετε καλά. Η σημαία είναι για να το πιστέψετε εσείς, πως το κομμάτι στο βορρά είναι δικό σας. Αυτά σκεφτόμουν σαν έφευγα από τη Χώρα αργά πρωί, εκείνη τη μέρα του Σεπτέμβρη.

Στη Λεμεσό μένει η μοναχοκόρη μου η Ρηγίνα. Ζει με την οικογένειά της, τον άντρα και τα δίδυμα παιδάκια της, ένα γιο και μια κόρη, μιας και ο γαμπρός μου δεν ήθελε ποτέ την απόσταση. «Δεν έμεινες ούτε μια νύχτα μαζί μας ακόμα, μάνα!» Δεν μίλησα. Θα τους αποζημίωνα με το παραπάνω, φτάνει να πήγαινα πρώτα στη Βάσα. Γιατί... τι είναι απόσταση αν όχι μια επανειλημμένη διάρκεια όπου ο ξεριζωμός γίνεται αφόρητος όταν λείπει η επικοινωνία; Τι είναι απόσταση αν όχι το εκκρεμές που κτυπά και θυμίζει πως την κάνουμε μεγαλύτερη με την αποδοχή μας πως είμαστε μακριά;

Η μέρα έφευγε χωρίς άλλους καρπούς. Πήρα ταξί να με ανεβάσει στο χωριό. Αν φώναζα από χαρά θα πρόδινα άλλα απ’ όσα αισθανόμουν Δεν ήταν τόσο η χαρά, ήταν το δέσιμο με το παρελθόν. Σαν να είδα ένα άσπρο περιστέρι να φτερουγίζει τη στιγμή που άνοιξα τη διπλόφυλλη εξώπορτα. Όχι πως ήταν όλα εξιδανικευμένα! Όχι πως τα έβλεπα όλα με το μάτι που σβήνει ατέλειες. Και τη δίψα για χρήμα είδα γύρω και την άνεση αντίκρισα στο νησί και την καλοπέραση, που είναι πόθος της εποχής. Και μια χαλαρότητα διέκρινα που δεν ήξερα πως υπήρχε προηγούμενα. Εμείς, στην Αυστραλία, είναι σαν να είμαστε στο αμπάρι ενός τεράστιου πλοίου που δεν ξέρει πότε θα πιάσει λιμάνι. Στο αμπάρι είμαστε και φορτώνουμε στη μεγάλη φωτιά που κινεί το κάρβουνο του σώματός μας που καίγεται από νοσταλγία κάθε μέρα, καίγεται από κάματο, και ήλιο που κατεβαίνει να μας δει από κοντά.... «Αντέχετε ακόμα,» ρωτάει και κατεβαίνει πιο πολύ. Δεν είμαστε επιβάτες σε κατάστρωμα, ούτε όνομα σε καρτέλα αποσκευών έχουμε. Στο κρουαζιερόπλοιο αυτό των ωκεανών δεν είδαμε ποτέ κατάστρωμα. Εργάτες σαν κι εμάς είναι που κρατούν το καράβι στην πορεία του. Μα τώρα εδώ, θα πρέπει να κάνω δικά όχι μόνο τα δυνατά των λίγων αλλά τα χαλαρά των πολλών γιατί ήρθα για να κριθώ απ’ τον εαυτό μου.

Αυτός ο δρόμος για το χωριό όσο κι αν διπλώνεται με ξεδιπλώνει. Τ’ αμπέλια, μαλλιά πράσινα ν’ ανεμίζονται στο πετσί της γης, περιμένουν να γεννήσουν τα κρεμαστά διαδήματα που στολίζουν τις πλαγιές των λόφων. Ο μούστος, σε λίγες εβδομάδες θα μοιάζει με έναν ακόμα εργάτη, εξίσου παιδεμένο, τον εργάτη του αίματος του λαού, του αίματος της ιστορίας, του κόκκινου χρυσαφιού, του κρασιού, που μας ναρκώνει ακόμα και μας κάνει να νιώθουμε μεγάλοι, σαν το παραμύθι της γης μας.

Το σπίτι ήταν όπως το θυμόμουν ευγενικά στημένο, ατέλειωτα φιλόξενο, με εσωτερική αυλή και βαριά ξύλινη πόρτα με διπλές σιδερένιες κλειδαριές που ‘χαν ζωγραφισμένα φύλλα από τις ακμαίες κληματαριές του χωριού. Χρόνια ένα πέταλο αλόγου στη μέση της εξώπορτας θα έκανε πάνω από χίλια πέρπυρα στο νου μου. Στα ξώβεργα της Αυστραλίας πιάστηκα και σήμερα εδώ, στην Κύπρο, είμαι πουλί που επέστρεψε για λίγο να πάρει κάτι δικό που του ανήκει, με νόμο, με αίμα κι ιστορία. Το κρασοχώρι αυτό της Λεμεσού δεν είναι για να το ξεχάσεις. Πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι στο σπίτι, και ο μεθυστικός αέρας των σταφυλιών το Σεπτέμβρη δεν άφηνε ούτε λίγες ώρες ύπνο ν’ αρπάξουμε. Το αγιόκλημα που ανέβαινε μέχρι τα μεγάλα παράθυρα του ανωγιού υπήρχε ακόμα ακάματο. Εξωτερικές σκάλες γεμάτες πήλινες γλάστρες, παλαιότερα, με μυριστικά βότανα και καλλωπιστικά, σήμερα μ’ αγριολούλουδα και μια πεισματάρα βασιλικιά, ένα σιδερόφραχτο δυόσμο να πέφτει ως τα γόνατα να με καλωσορίσει. «Γύρνα πίσω!» ίσως έλεγαν και οι ακτίνες που παίζαν κρυφτό με τα μεγάλα δοκάρια που σχημάτιζε ο κλειστός χώρος της αυλής. Όλα μοσχομύριζαν παρελθόν που γεννιόταν με καλωσόρισμα. Η απόσταση άλλαζε, η αγριότητα της μοναξιάς σκλάβα μιας άλλης ευφορίας...Η καμπάνα της εκκλησιάς κτύπησε τρεις και δεν υπήρχε άλλο από το φαγητό της μνήμης και την ξεκούραση της επιστροφής, έστω της προσωρινής. Με έπαιρναν τα χορταριασμένα σκαλιά στα πάνω διαμερίσματα, και η φωνή της γιαγιάς γινόταν ίσκιος... όλα τα δωμάτια σφηνωμένα από τη μια τους μεριά στο λόφο και η δροσιά της γης δεν άφηνε ποτέ τα καλοκαίρια να γίνουν κόλαση. Κρύο νερό έτρεχε έξω στη δημόσια βρύση κι εκεί γέμιζε παλιότερα τις κούζες η γιαγιά, και τις σκεπάζαμε με πετσετάκι κεντημένο στο σμιλί που είχε κοχύλια να κρέμονται στις άκρες του. Η ζωή στη Βάσα μ’ έπαιρνε χρόνια πίσω στον κρόταφο, στη μνήμη της γης...

 

Βρέθηκα στην πλατεία. Θα μπορούσα ν’αγιάσω εδώ με μόνη τροφή τον αέρα. Θα μπορούσα να παραδώσω πνεύμα την ίδια αυτή στιγμή. Επιστροφή αγία! Και χώρα που με δέχτηκες, εσύ Αυστραλία, το ίδιο αγία! Αγία υπόσταση που σκέφτεσαι το δίκιο των άλλων! Το δίκιο της Κύπρου...Το δίκιο... Έχουν φωνή τα θύματα, πρέπει να έχουν. Μα αλίμονο, είναι αδιανόητο να σκεφτεί κανείς πως πρέπει να τρέχουν τα ίδια να ζητούν το δίκιο τους. Το δίκιο ενός θύματος δεν πρέπει, δεν χρειάζεται το χώρο ενός δικαστηρίου. Κι αν τον χρειάζεται δεν πρέπει γιατί το ζήτησε ένα θύμα μιας περίπτωσης, παρά για να το καταθέσει. Δεν είναι λογικό να ζητιέται μέσα από το νομικό σύστημα ένα δίκαιο δίκιο.

Θα έμενα την νύχτα στη Βάσα, θα πήγαινα και πάλι Λεμεσό την επομένη να δω τον διευθυντή των Δημοσίων Έργων. Μετά, ξεκούραση για λίγες μέρες στης κόρης μου στη Λεμεσό με την όμορφη οικογένειά της. Είχα ταξίδι μεγάλο μπροστά μου.

Τη γριά γυναίκα που με πλησίασε τη θυμήθηκα. Είχε την ίδια ηλικία με τη μάνα μου. «Καλωσόρισες» την άκουσα σχεδόν να βγάζει την ψυχή της στα χέρια μου. Είχε μια μερρέχα στο χέρι και με ράντισε με άρωμα από ρόδα.  «Ηύρασιν λίρες, η Κυβέρνηση, είχεν τες φυλάμενες η στετέ σου. Σιλιάες λίρες». (Βρήκαν λίρες, η Κυβέρνηση, τις είχε φυλαγμένες η γιαγιά σου. Χιλιάδες λίρες.) «Είχεν τις κρυμμένες στη γη, στο κατώφλιν του σπιθκιού σας.» Υπερέβαλε πάντα η Πατού. Μα της το συχωρούσαμε.

Είχα αποφασίσει να επιστρέψω για τη νύχτα Λεμεσό μα σκεφτόμουν πολλά. Σκεφτόμουν το σγαρτίλι στα λεγόμενα της γιαγιάς και τη λέξη ασέα.

Η γριά Πατού έφερε ένα πιάτο με όσπρια ποτισμένα στο παχύ λάδι που χορταίνει τη μνήμη και για επιδόρπιο αμύγδαλα και σουτζούκο. Έφερε κι ένα μπρίκι μ’ έτοιμο καφέ και μια μεγάλη κόρτα ψωμί, ζεστό από το φούρνο. Ας περνούσε μια νύχτα ακόμα, ακόμα μια φορά να με δει άγρυπνη, σαν θα κοιμόμουν στο ξέφωτο των αστεριών.

Ο αέρας από μακριά στη θάλασσα έφερε στο νου έρωτα. Χωρίς να το θέλω σκέφτηκα τον Λαμπρή. Ήταν μια παλιά μικρή καλοκαιρινή μου αγάπη. Ανεβαίναμε στο λόφο μαζί να δούμε από μια χαραμάδα των βουνών την Πέτρα του Ρωμιού όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη. Φαίνεται από τη Βάσα. Έκανα τη σκέψη να φύγει, με τα χέρια μιας πενηνταπεντάρας αλλά αυτά μιας μικρής δεκαπεντάρας τα παραμέρισαν και άφησαν ελεύθερη την εικόνα. Σαν να μην έφυγα από το μεθύσι που κάνει τις φιγούρες του χθες να τρικλίζουν. Όπως μου είπε η γριά ήταν τώρα στα λεωφορεία του χωριού. Είχε χηρέψει κι αυτός. Θα έμενα τη νύχτα στην αυλή με τα κλήματα και την άγρια βασιλικιά να τον δω έστω κλεφτάτα πίσω από τα μεγάλα γυαλιά μου, το πρωί, να οδηγάει το λεωφορείο του.

Εκεί βαθιά στο σούρουπο, έτσι όπως έφευγαν οι τελευταίες ακτίνες και μέσα από τα πελώρια πανάρχαια πεύκα του δρόμου σχηματίστηκε μέσα από ένα φαινόμενο φωτός ένα πουλί που ‘μοιαζε με καρδερίνα, που μόνο μια καλλιτεχνική ματιά μπορούσε να δει να σχηματίζεται στα χρώματα του γέρματος. Κι η ουρά του κατέληγε στο σπίτι μας, εκεί στα μεγάλα παράθυρα του ανωγιού. Πώς και κανένας δεν το είδε πριν; Πώς και η σουβλερή ματιά της μάνας μου το έχασε;

Έτρεξα μεθυσμένη στη γριά που ετοιμαζόταν από νωρίς για ύπνο. «Τι είναι η ασέα,» ρώτησα. Η γριά χαμογέλασε. «Έτσι έλεγε η γιαγιά σου την αρσέρα» μου είπε.

-Δηλαδή; Το μεγάλο στενόμακρο παράθυρο στο μεγάλο δωμάτιο; Αυτό δεν είναι η αρσέρα;

Άγγιξα με τα χέρια μου το στενόμακρο παράθυρο εκεί ακριβώς που έπεφτε η φανταστική ουρά του σγαρτιλιού ενώ με περίπαιζε όμορφα ο ήλιος που κρυβόταν.

Την αρσέρα λοιπόν μου έλεγε να προσέχω η γιαγιά. Το στενόμακρο παράθυρο όπου αφήνεται άπλετο φως. Και εκεί σε μια μεγάλη εσοχή γεμάτη σκόνη από τα πέρατα της μνήμης βρήκα μια πήλινη κανάτα, όχι με λίρες πια αλλά με παμπάλαια φλουριά κωνσταντινάτα. Κάτω από στο σκαρί της αρσέρας, πίσω από το πλατύ δοκάρι που τη στόλιζε μπόρεσα τη νύχτα να ξεχωρίσω ένα αγνώριστο από την κρύπτη του σεντόνι, με τυλιγμένο μέσα ένα νυφικό από δαντέλα, με ζώνη γαλάζια, μακρύ μέχρι κάτω απ’ το γόνατο. Η σκόνη μ’ έπνιξε για λίγο, αλλά η ομορφιά με βασάνισε περισσότερο. Είχε πέρλες στα μανίκια και φόδρα από μετάξι. Είχε διπλό σιρίτι στο στρίφωμα με κεντητά ροδοπέταλα. Παρόλα τα χρόνια μου, η μέση του ήταν στα μέτρα της δικής μου, και σκέφτηκα μόλις το άγγιξα, τη μέρα που η μακρινή μου μάμμη το πέρασε στο σώμα της. Κειμήλιο η ανάμνηση, που δεν μπορείς να ρέξεις στο χέρι αν δεν αγιάσεις στη νηστεία του σεβασμού. Σκέφτηκα πολλές φορές τη νύχτα εκείνη το συμβολισμό πίσω από το παλιό νυφικό. Ήταν κάτι μεταξύ παρθενίας και υπόσχεσης...αλλά και κάτι μεταξύ απιστίας και αθέτησης του δοσίματος. Υπήρχε μέσα του μια προσιτή, μ’ ακόμα και ρεμπελιασμένη γυναίκα, η γυναίκα που κουβαλούσα μέσα μου. Δεν έκλεισα μάτι να σκέφτομαι τις διαφορές των εννοιών που κρύβονται στις δίπλες ενός παλιού νυφικού ενδύματος, που έμεινε να περιμένει μια γυναίκα που δεν θα ξαναπαντρευόταν...μια γυναίκα που χωράει στα μέτρα του όλα,  εκτός από εκείνο της απόλυτης δέσμευσης.

Πήγα στη Λεμεσό την επομένη να παραδώσω, τον θησαυρό μου στο Κράτος. Δεν είπα σε κανέναν τίποτε, σαν να μην μου ανήκε. Αποφάσισα να κρατήσω το νυφικό. Κανένας δεν θα μάθαινε. Δεν οδηγούσε το λεωφορείο ο Λαμπρής.

Ο διευθυντής των Δημόσιων Έργων γέλασε.

-Είναι δικά σου Αννέττα, μου είπε. Τα πρώτα χρυσά κέρματα... αγοράστηκε βλέπεις από το Κράτος το κομμάτι που τα έκρυβε. Μα ιδέα μου είναι πως πρέπει να τα κρατήσεις. Ό,τι θέλεις μπορείς να τα κάνεις.

Μου πήρε ώρα να τον μεταπείσω. Δεν τα κατάφερα. Πήρα τον θησαυρό της ασέας μαζί μου. Σκέφτηκα να τον αφανίσω στο σπίτι της κόρης μου. Κάτω από τις τριανταφυλλιές, λογιζόμουν, βαθιά στο χώμα, θα σκάρωνα χρόνο να το κάνω όταν έλειπαν. Δεν θα ήταν εύκολο. Στον κήπο της, με τις γερασμένες ροδιές...

Ήθελα να ξαναδώ τη Βάσα. Πήγα. Μα να μην αφαιρέσω από τον πλίνθινο τοίχο τίποτε. Πήγα και τα έβαλα όλα όπως ήταν πριν, πριν το χθες, πριν το πάντα. Κάθισα στην αυλή και το ήξερα πως το σγαρτίλι θα ερχόταν να μου δείξει το θησαυρό που άφησαν οι άλλοι, με την ουρά του, όπως ερχόταν κάθε μέρα, αιώνες τώρα την ίδια ώρα.

Η σκόνη, η ζέστη, η μοναξιά κι η απόσταση ακόμα με τραβούσαν στην ξενιτιά μου. Κι αυτός ο γενναίος ήλιος που δείχνει το πρόσωπό του ακάλυπτο! Κυρίως όμως το καθήκον μου. Το είπα πως είμαι δασκάλα; Το ξέχασα να πως είμαι καλή δασκάλα. Το λέω στον εαυτό μου κάθε μέρα να τον αποζημιώνω.

Έβαλα πίσω τους θησαυρούς μου κι επέστρεφα Λεμεσό. Στο τιμόνι ο Λαμπρής. Γερός, όμορφος παρόλα τ’ άσπρα του μαλλιά, τις σκαλιστές ρυτίδες. Πάψτε κτύποι μέσα μου! Χαμογέλασε. Σαν βασιλιάς πίσω από ένα κινητό χρόνο ήταν. Μ’ ένα χαμόγελο μισοσβησμένο, τσιγάρο άκαγο στα χείλη. Αχάρακτες πάνω του οι ταλαιπωρίες. Άνοιξε τα πελώρια τσακίρικα μάτια του. Έτσι βούβαινε πάντα. Άφηνε τα λόγια του σε μένα. Είχα αλλάξει όμως. Είχα τα μάτια χαμηλά, την καρδιά δεμένη. Ίσως να είχε ακόμα αγάπη για μένα. Είπα αγάπη; Η αγάπη... αυτός ο αμάραντος αγάπανθος...δεν ξεριζώνεται με τίποτε. Αγάπη; Ξεχνώ πως σε ορισμένες γλώσσες του κόσμου η λέξη αγάπη ισούται με το ρήμα θέλω;  Σε θέλω σημαίνει σ’ αγαπώ. Μα στα Ελληνικά ίσως να ήταν αλλιώτικα. Να μιλάω ακόμα γι’ αγάπη; Θα πρέπει να μου το δείξεις, από την αρχή, πως το θέλω και το αγαπώ είναι ανόμοια!  Θα πρέπει να μου το διδάξεις. Δεν πρέπει να μένει τίποτε στη σύμπτωση. Η πράξη πρέπει να μιλάει, τραυλά, ας είναι, αν είναι ν ’ αφήσει φθόγγους. Μη με ξεσηκώνεις, Αφροδίτη! Υπάρχει, το ξέρεις καλά, και η άλλη πλευρά σου! 

Με άφησε στη στάση, τα μάτια του μιλούσαν. Θυμήθηκα πως πράγματα παράξενα μας μιλούν χωρίς να μας λένε λόγια. Όπως η ουρά του σγαρτιλιού. Είχα μείνει πίσω τη νύχτα εκείνη στη Βάσα, για να δω τον Λαμπρή την επομένη. Αν δεν έμενα δεν θα έβλεπα στο σούρουπο την ουρά του σγαρτιλιού. Δεν θα έβρισκα το νήμα της γενιάς μου. Πριν κλείσει την πόρτα του φώναξα αφού έβγαλα τα γυαλιά μου. «Θα είμαι πίσω σε τρεις μήνες!»

Έφευγα σε λίγες μέρες. Άφηνα πίσω κειμήλια, τα ίδια μυστικά, όπως τα είχαν κρύψει άλλοι. Η γη της Κύπρου, αυτή που αμύνεται για μας χωρίς κανένα όπλο, δίνει, πάντα δίνει, μα πρέπει να της δώσουμε. 

-Υπόσχεσαι να γυρίσεις σύντομα;

-Μόνο αν υποσχεθείς πως θα δεις την ουρά του σγαρτιλιού και την ασέα.

Ας γελούσε, η Ρηγίνα, ας τα εξηγούσε κάποτε όλα μόνη της, όπως τα εξήγησα εγώ..

Θα κρατήσει την υπόσχεση η γη να ζήσει με όσα ο άνθρωπος περνά κι αφανίζει; Η υπόθεση μιας πατρίδας δεν είναι μόνο κρατών και δίκιου. Αρχίζει από τα μικρά ποσοστά που διαλέγει κανείς για ν’ ανήκει. Από τα μυστικά που μαθαίνει κανείς ν’ ακούει. ΕΡΜΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ   

 

  Γλωσσάρι

αρσέρα= στενόμακρο παράθυρο για περισσότερο ήλιο στο

δωμάτιο, πιθανότατα γαλλικό δάνειο στην κυπρ. διάλεκτο

κόρτα= κομμάτι, φέτα ψωμιού κυρίως, κυπρ.

κούζες= πήλινα δοχεία, pots, για το νερό ή το φαγητό, λέξη

δάνειο μάλλον από την αραβική

μερρέχα= μυροδοχείο

μοιράσι=μερίδιο, κυπρ.

ξενία= δώρα, κυπρ. η λέξη χρησιμοποιήθηκε πολύ τα ρωμαϊκά χρόνια για δώρα που βρέθηκαν ζωγραφιστά σε τοίχους στην Πομπηία, δώρα νεκρής φύσης κυρίως, xenia, still nature.

πέρπυρα= παλιό βυζαντινό νόμισμα

ρέσσω= περνώ, αρχ. Ελλ. λέξη

σγαρτίλι= καρδερίνα, κυπρ.

σμιλί= βελονάκι, κυπρ.

σουτζούκος= πετιμέζι με αμύγδαλα περασμένα σε νήμα.

στετέ= γιαγιά, δάνειο από την Τουρκ.

 




ΕΡΜΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 
 

 

 

 

 

 

 


 

 

Disclaimer
While every effort has been made by ANAGNOSTIS to ensure that the information on this website is up to date and accurate, ANAGNOSTIS  does not give any guarantees, undertakings or warranties in relation to the accuracy completeness and up to date status of the above information.
ANAGNOSTIS will not be liable for any loss or damage suffered by any person arising out of the reliance of any information on this Website

.Disclaimer for content on linked sites
ANAGNOSTIS accepts no responsibility or liability for the content available at the sites linked from this Website.
Το περιοδικό δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο άρθρων των συνεργατών.

Anagnostis  P.O.Box 25 Forest Hill 3131 Victoria Australia
 enquiry@anagnostis.info